“ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΕΤΡΟΛΟΓΙΑΣ”
ΣΥγγραφέας: “MakChem”, θέμα ανοιχτό προς συζήτηση εδώ




Μεταμορφωμένα πετρώματα:

Ορισμός: Μεταμορφωμένα πετρώματα είναι εκείνα τα πετρώματα, τα οποία προκύπτουν από άλλα προϋπάρχοντα μετά από ιστολογικές, ορυκτολογικές και χημικές μεταβολές τις οποίες υφίστανται χωρίς όμως να περάσουν από το στάδιο της τήξης.
Τα αρχικά πετρώματα από τα οποία έχουν προέλθει τα μεταμορφωμένα λέγονται πρωτόλιθοι.
Όταν οι πρωτόλιθοι είναι πυριγενή πετρώματα το μεταμορφωμένο πέτρωμα παίρνει το πρόθεμα ορθο-,
Όταν οι πρωτόλιθοι είναι ιζηματογενή πετρώματα το μεταμορφωμένο πέτρωμα παίρνει το πρόθεμα παρα-
Πχ. ορθογνεύσιος, όταν προέρχεται από τη μεταμόρφωση ενός γρανίτη και παραγνεύσιος όταν προέρχεται από αργιλικό σχιστόλιθο.

Οι παράγοντες οι οποίοι καθορίζουν το είδος και την ένταση της μεταμόρφωσης είναι κυρίως:
- Η πίεση (Ρ),
- Η θερμοκρασία (Τ) και
- Τα θερμά διαλύματα και αέρια

Τα κύρια είδη της μεταμόρφωσης είναι τρία, εξαρτώμενα από τη δράση των παραγόντων μεταμόρφωσης:
Γενική μεταμόρφωση: Κατά τη γενική μεταμόρφωση το βασικό ρόλο παίζουν η πίεση (Ρ) και η θερμοκρασία (Τ).
Σ' αυτό το είδος της μεταμόρφωσης το εύρος των τιμών τόσο της θερμοκρασίας όσο και της πίεσης ποικίλουν, όπως και η συμμετοχή της ρευστής φάσης.
Είναι η πιο συχνή μεταμόρφωση και τα προϊόντα της είναι μεγάλου όγκου. Σχετίζεται με την ορογενετική δράση.
Δυναμική μεταμόρφωση: Κατά τη δυναμική μεταμόρφωση ο βασικός παράγοντας μεταμόρφωσης είναι η πίεση (Ρ) με τη μορφή ισχυρών παραμορφωτικών τάσεων, ενώ επικρατούν σχετικά χαμηλές τιμές θερμοκρασιών και λιθοστατικών πιέσεων (Σχήμα 2).
Συχνό φαινόμενο σ' αυτή την κατηγορία είναι ο θρυμματισμός του πετρώματος. Συναντάται κυρίως κοντά σε ρήγματα, επωθήσεις και ζώνες ολίσθησης.
Θερμική μεταμόρφωση ή μεταμόρφωση επαφής: Κατά τη θερμική μεταμόρφωση ο βασικός παράγοντας μεταμόρφωσης είναι η θερμοκρασία (Τ) και τα ρευστά διαλύματα.
Προέρχεται από την επίδραση της θερμοκρασίας και των ρευστών συστατικών ενός πυριγενούς πετρώματος, κυρίως πλουτωνίτη, στα περιβάλλοντα πετρώματα.
Το πάχος του πετρώματος που έχει υποστεί τη θερμομεταμόρφωση κυμαίνεται από λίγα εκατοστά έως και εκατοντάδες μέτρα. Η μεταμορφωθείσα ζώνη ονομάζεται άλως μεταμόρφωσης.

Ο βαθμός μεταμόρφωσης είναι όρος ο οποίος χρησιμοποιείται για να δηλώσει την ένταση τη δράσης των παραγόντων της.
Τρεις γενικοί χαρακτηρισμοί χρησιμοποιούνται για το βαθμό μεταμόρφωσης:
- Χαμηλού βαθμού μεταμόρφωση έχουμε όταν οι μεταμορφικοί παράγοντες έχουν χαμηλές τιμές.
- Υψηλού βαθμού όταν οι τιμές των παραγόντων είναι σε υψηλά επίπεδα και τέλος
- Μέσου βαθμού μεταμόρφωση όταν έχουμε ενδιάμεσες τιμές.

Κυριότερα μεταμορφωμένα πετρώματα:
Φυλλίτης: Ο φυλλίτης χαρακτηρίζεται από την έντονη σχιστότητα και το πολύ μικρό μέγεθος των ορυκτών συστατικών του. Αποτελείται κυρίως από μοσχοβίτη (σερικίτη), και από χαλαζία, γρανάτη, χλωρίτη. Ως επουσιώδη μπορεί να βρεθούν ασβεστίτης, γραφίτης, επίδοτο, βιοτίτης, σιδηροπυρίτης, μαγνητίτης. Σχηματίζεται με χαμηλού έως μέσου βαθμού μεταμόρφωση αργιλοπηλιτικών ή μαργαϊκών ιζημάτων.
Μαρμαρυγιακός σχιστόλιθος: Ο μαρμαρυγιακός σχιστόλιθος είναι πέτρωμα μεσόκκοκο με καλή σχιστότητα. Τα κύρια ορυκτά που απαντούν είναι οι μαρμαρυγίες (μοσχοβίτης και βιοτίτης) και ο χαλαζίας. Πολλά άλλα ορυκτά συμμετέχουν στη σύστασή του, όπως γρανάτης, χλωρίτης, άστριοι, επίδοτο, σταυρόλιθος, κυανίτης. Σχηματίζεται από αργιλοπηλιτικά και μαργαϊκά ιζήματα.
Γνεύσιος: Ο γνεύσιος έχει ως θεμελιώδη συστατικά αστρίους και χαλαζία. Είναι κατά το πλείστον μεσόκοκκο και χαρακτηρίζεται από τη σχιστότητα και τη γνευσιοειδή υφή. Κύριο συστατικό του είναι κάποιο είδος μαρμαρυγία, βιοτίτης ή μοσχοβίτης, αλλά μπορούν να βρεθούν πάρα πολλά άλλα ορυκτά, όπως κεροστίλβη, επίδοτο, γρανάτης, κορδιερίτης, σταυρόλιθος, σιλλιμανίτης, ανδαλουσίτης, κυανίτης και άλλα. Μπορεί να έχει ορθο- ή παρα- προέλευση.
Χαλαζίτης: Ο χαλαζίτης αποτελείται από χαλαζία σε ποσοστό >85% και από σερικίτη, δισθενή, άστριο και άλλα. Προέρχεται από ψαμμίτες ή από χαλαζιακές φλέβες.
Πρασινοσχιστόλιθος: Ο πρασινοσχιστόλιθος αποτελείται από αλβίτη, χλωρίτη, επίδοτο. Με μικρή συμμετοχή βρίσκονται βιοτίτης, χαλαζίας, γρανάτης, ακτινόλιθος κ.ά. Είναι χαρακτηριστικό πέτρωμα της πρασινοσχιστολιθικής φάσης και προέρχεται από βασικά πυριγενή (γάββροι, βασάλτες, δολερίτες) ή ακόμη και από ανάδρομη μεταμόρφωση βιοτιτικών σχιστολίθων και αμφιβολιτών.
Αμφιβολίτης: Ο αμφιβολίτης έχει ως ουσιώδη ορυκτολογικά συστατικά κεροστίλβη και πλαγιόκλαστα. Προκύπτει από μέσου βαθμού μεταμόρφωση γαββρικών πετρωμάτων και ασβεστομαγνησιούχων αργιλικών ιζημάτων.
Αμφιβολιτικός σχιστόλιθος: Ο αμφιβολιτικός σχιστόλιθος αποτελείται κατά το πλείστον από αμφίβολο που αντιπροσωπεύεται από τον ακτινόλιθο. Μπορεί επίσης να περιέχει σε μικρά ποσοστά χαλαζία, πλαγιόκλαστα, χλωρίτη, βιοτίτη. Προέρχεται από γαββρικά πετρώματα, από μαγνησιούχες μάργες ή ασβεστοδολομιτικά ιζήματα.
Σερπεντινίτης Ο σερπεντινίτης αποτελείται κυρίως από σερπεντίνη. Μπορεί να περιέχει επίσης λίγο τάλκη, αμφίβολο και χλωρίτη. Είναι προϊόν της διαδικασίας της σερπεντινίωσης των περιδοτιτών.
Εκλογίτης: Ο εκλογίτης ως κύρια συστατικά γρανάτη και ο ομφακίτη (πυρόξενος). Είναι πέτρωμα μεταμόρφωσης υψηλής πίεσης και ποικίλης θερμοκρασίας, αρχικών βασικών πυριγενών πετρωμάτων.
Ταλκικός σχιστόλιθος: Ο ταλκικός σχιστόλιθος αποτελείται κατά το πλείστον από τάλκη και προέρχεται από γαββρικά και υπερβασικά πετρώματα. Γλαυκοφανιτικός σχιστόλιθος: Χαρακτηρίζεται από την παρουσία του γλαυκοφανή που είναι νατριούχος αμφίβολος με κυανό χρώμα. Προκύπτει από γαββρικά κυρίως πετρώματα σε περιοχές μεγάλης πίεσης και μικρής θερμοκρασίας.
Γλαυκοφανιτικός σχιστόλιθος: Ο γλαυκοφανιτικός σχιστόλιθος χαρακτηρίζεται από την παρουσία του γλαυκοφανή που είναι νατριούχος αμφίβολος με κυανό χρώμα. Προκύπτει από κυρίως γαββρικά πετρώματα σε περιοχές μεγάλης πίεσης και μικρής θερμοκρασίας.
Κερατίτης: Ο κερατίτης είναι πέτρωμα χωρίς σχιστότητα, συνήθως λεπτόκοκκο και στιφρό που συνίσταται από ένα μωσαϊκό ισομεγέθων κόκκων χωρίς προτιμητέο προσανατολισμό (γρανοβλαστικός ιστός). Είναι προϊόν θερμομεταμόρφωσης επαφής.
Μάρμαρο: Το μάρμαρο είναι μονόμεικτο πέτρωμα, αποτελούμενο μόνο από ασβεστίτη, προϊόν ανακρυστάλλωσης των ασβεστολίθων. Χαρακτηρίζεται από κοκκοβλαστικό ιστό. Τα μάρμαρα με μικρό ποσοστό μαρμαρυγιών χαρακτηρίζονται ως σιπολίνες.
Σμύριδα: Η σμύριδα αποτελείται από κορούνδιο, αιματίτη, μαγνητίτη, λίγους αστρίους. Προέρχεται από μεταμόρφωση υψηλού βαθμού βωξιτών και λατεριτών.




Ιζηματογενή πετρώματα:

Ορισμός: Ιζηματογενή πετρώματα είναι εκείνα τα πετρώματα, τα οποία σχηματίζονται από απόθεση ή καταβύθιση υλικών που βρίσκονται σε αιώρηση ή διάλυση μέσα σε ένα ρευστό μέσο (νερό ή αέρας) και τη μετέπειτα συγκόλληση των υλικών που αποτέθηκαν. Χαρακτηρίζονται από τη στρώση των υλικών τους σε διαδοχικά επίπεδα και τα απολιθώματα, τα οποία βρίσκονται μόνο μέσα σε ιζήματα.

Για το σχηματισμό των ιζηματογενών πετρωμάτων λαμβάνουν χώρα οι εξής διεργασίες:
- Διάβρωση και αποσάθρωση, που είναι οι φυσικοχημικές και βιολογικές διεργασίες που υφίστανται τα προϋπάρχοντα πετρώματα με αποτέλεσμα την καταστροφή τους.
- Μεταφορά των υλικών που προέκυψαν από την αποσάθρωση, με τον άνεμο και το νερό των ποταμών και των θαλασσών.
- Απόθεση των υλικών που βρίσκοται σε αιώρηση ή διάλυση. Η απόθεση γίνεται σε διαδοχικά στρώματα.
- Διαγένεση, που είναι η διαδικασία με την οποία ένα χαλαρό ίζημα μετατρέπεται σε συμπαγές πέτρωμα, με τη βοήθεια της πίεσης των υπερκείμενων στρωμάτων και της φυσικής συνδετικής ύλης.

Κατηγορίες ιζηματογενών πετρωμάτων: Διακρίνονται σε 3 κατηγορίες ανάλογα με τον τρόπο που συντελείται η όλη διαδικασία.
- Τα κλαστικά που είναι ιζήματα που προκύπτουν από απόθεση υλικών αποσάθρωσης, που αιωρούνται στο νερό ή στον αέρα.
- Τα χημικά τα οποία σχηματίστηκαν από συγκέντρωση ορυκτών που αποτέθηκαν κατευθείαν από υδατικά διαλύματα με ανόργανες χημικές διεργασίες.
- Τα βιογενή όταν γίνεται συσσώρευση ή απόθεση ύλης προερχόμενης από ζωϊκούς ή φυτικούς οργανισμούς.

Κυριότερα ιζηματογενή πετρώματα:

Κλαστικά ιζηματογενή:
Κροκαλοπαγή και Λατυποπαγή: Τα κροκαλοπαγή είναι συμπαγή πετρώματα που προκύπτουν από συγκόλληση κροκαλών (αποστρογγυλεμένα κομμάτια πετρώματος), ενώ τα λατυποπαγή από συγκόλληση λατυπών (γωνιώδη). Η συγκολλητική ύλη συνήθως είναι ασβεστιτική ή χαλαζιακή. Ο κύριος σχηματισμός τους γίνεται όταν έχουμε επίκλυση ή απόσυρση της θάλασσας.
Ψαμμίτης: Ο ψαμμίτης είναι συμπαγές πέτρωμα που προκύπτει από διαγένεση της άμμου. Το συνδετικό υλικό ποικίλει, και χαρακτηρίζει το πέτρωμα (χαλαζιακό, ασβεστιτικό, αργιλικό). Το μέγεθος των κλαστικών κόκκων κυμαίνεται από 2mm έως 1/16mm. O χαλαζίας κατέχει το μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής και ακολουθούν οι άστριοι, ο μοσχοβίτης, ο γλαυκονίτης, ο ασβεστίτης και άλλα σε μικρές ποσότητες. Οι ψαμμίτες που είναι πλούσιοι σε αστρίους ονομάζονται αρκόζες.
Πηλόλιθος: Ο πηλόλιθος είναι το αφθονότερο κλαστικό ιζηματογενές πέτρωμα στην επιφάνεια της Γης. Κύρια συστατικά του είναι αργιλικά ορυκτά, χαλαζίας, άστριοι, ασβεστίτης και οργανική ύλη. Το μέγεθος των συστατικών του κυμαίνεται από 0.063 mm μέχρι 0.004 mm.
Άργιλος Η άργιλος είναι κλαστικό ίζημα που αποτελείται κατά το πλείστον από ορυκτά της αργίλου (καολινίτης, μοντμοριλλονίτης, ιλλίτης) και χλωρίτη. Το μέγεθος των κόκκων των ορυκτών είναι μικρότερο των 0.002 mm. Στη συνηθισμένη του εμφάνιση το πέτρωμα έχει χαλαρή έως ημισυμπαγή υφή. Με τη διαγένεση της αργίλου σχηματίζεται η σχιστή άργιλος και με μεταμόρφωση αυτής ο αργιλικός σχιστόλιθος.
Μάργα: Η μάργα είναι ιζηματογενής σχηματισμός, που χημικά και ορυκτολογικά κυμαίνεται μεταξύ ασβεστολίθου και αργίλου. Η τυπική μάργα περιέχει 35-65% άργιλο. Μπορούν να βρεθούν όλες οι ενδιάμεσες συστάσεις μεταξύ ασβεστολίθου και μάργας.
Φλύσχης και Μολάσσα: Ο όρος φλύσχης δεν αναφέρεται σ' ένα συγκεκριμένο πέτρωμα, αλλά χρησιμοποιείται για να δηλώσει θαλάσσια ιζηματογενή φάση. Χαρακτηρίζεται από παχιά ακολουθία ιζημάτων που αποτελούνται κυρίως από εναλλαγές μαργών, ασβεστολίθων, κροκαλοπαγών, και αδρόκκοκων ψαμμιτών. Είναι ένας προορογενετικός σχηματισμός και αντιπροσωπεύει το σύνολο των πετρογραφικών φάσεων που αποτίθενται στις λεκάνες στο τελευταίο στάδιο πλήρωσης του γεωσυγκλίνου.
Η μολάσσα είναι περιγραφικός όρος παράλιας ιζηματογενούς φάσης. Αποτελείται από απολιθωματοφόρα στρώματα κροκαλοπαγών, ψαμμιτών, πηλολίθων και μαργών. Ο σχηματισμός της χαρακτηρίζει μία μετα-ορογενετική περίοδο.
Λατερίτης και Βωξίτης: Είναι προϊόντα έντονης αποσάθρωσης γάββρων, γρανιτών, γνευσίων και άλλων, σε τροπικά μέχρι εύκρατα κλίματα. Ο βωξίτης είναι πλούσιος σε άμορφα ή κρυσταλλικά αργιλιούχα οξείδια και υδροξείδια. Διακρίνονται σε αυτόχθονους όταν βρίσκονται στην αρχική τους θέση και ετερόχθονους όταν έχουν μεταφερθεί. Βωξιτικά και λατεριτικά κοιτάσματα υπάρχουν στην κεντρική Ελλάδα, στη Χαλκιδική και στην περιοχή Βέροιας - Έδεσσας.
Τόφφοι: Οι τόφφοι είναι πετρώματα που σχηματίζονται από την καθίζηση υλικών, που εκτινάσσονται από διάφορα ηφαίστεια. Διακρίνονται ανάλογα με τον τύπο της λάβας σε βασαλτικούς τόφφους, ρυολιθικούς τόφφους, τραχειτικούς κ.λ.π.).

Χημικά και Βιογενή ιζηματογενή:
Ασβεστόλιθος: Ο ασβεστόλιθος είναι μονόμεικτο πέτρωμα αποτελούμενο κυρίως από ασβεστίτη. Η απόθεση του ανθρακικού ασβεστίου μπορεί να είναι είτε χημική (κορεσμός λόγω εξάτμισης ή αύξησης συγκέντρωσης ή αλλαγής φυσικοχημικών σταθερών) είτε βιογενής από συσσώρευση και συμπαγοποίηση των σκελετικών στοιχείων διαφόρων ζωικών ή φυτικών οργανισμών μετά το θάνατό τους. Είναι πολύ διαδεδομένο πέτρωμα και υπάρχει άφθονο στη χώρα μας ιδιαίτερα στη δυτική Ελλάδα.
Τραβερτίνης: Ο τραβερτίνης είναι πέτρωμα ανθρακικό, με ανοιχτό, καστανοκίτρινο χρώμα και με χαρακτηριστική πορώδη υφή. Το ανθρακικό ασβέστιο αποτίθεται γύρω από φυτικά μέρη, τα οποία μετά την αποσύνθεσή τους απομακρύνονται και αφήνουν τους πόρους στο πέτρωμα. Στη Β. Ελλάδα υπάρχει στην περιοχή της Έδεσσας - Νάουσας και Σκρα Κιλκίς.
Κρητίς (κιμωλία): Η κρητίς (κιμωλία) είναι λευκό, λεπτομερές, στιφρό, ασβεστολιθικό πέτρωμα που σχηματίζεται από λείψανα τρηματοφόρων.
Δολομίτης: Ο δολομίτης είναι πέτρωμα μονόμεικτο, το οποίο αποτελείται κυρίως από δολομίτη. Σχηματίζεται όταν ένα μέρος του ασβεστίου του CaCO3 του ασβεστολίθου αντικατασταθεί από μαγνήσιο (δολομιτίωση). Μπορεί να υπάρχουν όλα τα ενδιάμεσα σε σύσταση πετρώματα μεταξύ ασβεστολίθου και δολομίτη.
Κερατόλιθοι: Οι κερατόλιθοι είναι σκληρά, πολύ συμπαγή ιζήματα που αποτελούνται κατά το πλείστον από κρυπτοκρυσταλλικό και άμορφο διοξείδιο του πυριτίου με διάφορες ξένες προσμίξεις (αιματίτη, ασβεστίτη, αργιλικά ορυκτά). Το υλικό μπορεί να είναι οργανικής (διάτομα, ραδιολαρίτες, σπόγγοι) ή ανόργανης προέλευσης. Συνήθως είναι βαθυπελαγικοί σχηματισμοί.
Ορυκτοί άνθρακες: Οι ορυκτοί άνθρακες είναι προϊόντα αλλοίωσης φυτικών λειψάνων τα οποία βρίσκονται ενδιαστρωμένα μέσα σε άλλα ιζήματα. Τα "θαμμένα" φυτά μετατρέπονται σε ορυκτούς άνθρακες με τη διαδικασία της εξανθράκωσης (απομάκρυνση Ο, Η, Ν με τη βοήθεια της πίεσης, της θερμοκρασίας και του γεωλογικού χρόνου). Ανάλογα με το βαθμό εξανθράκωσης διακρίνονται οι εξής τύποι:
- Tύρφη: Διατηρεί ακόμη το ξυλώδη ιστό των φυτών. Περιέχει 30-60% άνθρακα.
- Λιγνίτης: Είναι πιο συμπαγής από την τύρφη και περιέχει 60-75% άνθρακα.
- Λιθάνθρακας: Περισσότερο συμπαγής, παλαιότερος και με ποσοστό άνθρακα από 75-85%.
- Ανθρακίτης: Έχει υποστεί εξανθράκωση πολύ υψηλού βαθμού και περιέχει 85-95% άνθρακα.
Στην Ελλάδα μεγάλα κοιτάσματα λιγνίτη υπάρχουν στις λεκάνες της Πτολεμαϊδας, Αμυνταίου, Αλιβερίου και Μεγαλούπολης, και τύρφης στη λεκάνη των Φιλίππων.




Μαγματικά ή πυριγενή πετρώματα:

Ορισμός: Μαγματικά ή Πυριγενή πετρώματα είναι εκείνα τα πετρώματα, τα οποία δημιουργούνται μετά από τη στερεοποίηση του μάγματος (φυσικό τήγμα το οποίο υπάρχει μέσα στη Γη σε διάφορα βάθη). Το μάγμα όταν εκχυθεί στην επιφάνεια λέγεται λάβα.

Κατηγορίες πυριγενών πετρωμάτων:
Όταν το μάγμα στερεοποιηθεί μέσα στο φλοιό, σε βάθος, τα πετρώματα που προκύπτουν ονομάζονται βαθυγενή ή πλουτωνίτες ή πλουτώνια πετρώματα. Στην αντίθετη περίπτωση, όπου το μάγμα (λάβα) φθάνει στην επιφάνεια και στερεοποιείται, τα πετρώματα ονομάζονται ηφαιστίτες ή ηφαιστειακά πετρώματα. Μερικές φορές η στερεοποίηση γίνεται σε μικρά βάθη, οπότε τα πετρώματα χαρακτηρίζονται ως υποηφαιστειακά. Όταν το μάγμα εισχωρήσει μέσα σε μεγάλα ρήγματα ή ανοίγματα δημιουργούνται τα φλεβικά πετρώματα. Τα πτητικά συστατικά του μάγματος είναι υδρατμοί και διάφορα άλλα αέρια (π.χ. H2, S, HF, HCI, CO, CO2, NH3, SO2 κ.ά. ), που παραμένουν μέσα του διαλυμένα λόγω της μεγάλης πίεσης που ασκείται στο εσωτερικό της Γης από τα υπερκείμενα στρώματα της λιθόσφαιρας και ασκούν μεγάλη επίδραση στις φυσικοχημικές του ιδιότητες. Τα μη πτητικά συστατικά, που αποτελούν την κύρια μάζα του μάγματος, είναι πετρογενετικά συστατικά από τα οποία θα προκύψουν τα ορυκτά που θα δώσουν τα πετρώματα και μεταλλικά συστατικά που μαζί με τα αέρια θα δημιουργήσουν τα μεταλλεύματα.

Ιστός πυριγενών πετρωμάτων:
Η διάκριση μεταξύ των πλουτώνιων και ηφαιστειακών πετρωμάτων στηρίζεται στον ιστό και στην υφή του πετρώματος. Ως ιστός χαρακτηρίζεται ο τρόπος εμφάνισης των ορυκτών συστατικών μέσα στη μάζα του πετρώματος, ο βαθμός κρυστάλλωσής τους, το μέγεθος και το σχήμα τους.
Κατά το σχηματισμό των πλουτωνιτών η ψύξη του μάγματος γίνεται με βραδύ ρυθμό, με συνέπεια να υπάρχει δυνατότητα τα ορυκτά συστατικά να κρυσταλλωθούν πλήρως και να σχηματισθούν ευμεγέθεις κρύσταλλοι, ορατοί με γυμνό μάτι. Στην περίπτωση αυτή ο ιστός ονομάζεται ολοκρυσταλλικός ή γρανιτικός (πχ. γρανίτης).
Στα ηφαιστειακά πετρώματα όμως, λόγω της απότομης ανόδου του μάγματος προς την επιφάνεια, η θερμοκρασία του πέφτει απότομα με συνέπεια να σχηματισθούν υαλώδεις ή μικροκρυσταλλικές μάζες. Στην πρώτη περίπτωση μιλάμε για υαλώδη ιστό (πχ. οψιδιανός) και στη δεύτερη περίπτωση μιλάμε για αφυρικό ιστό.
Πολλές φορές όμως μέσα στην υαλώδη ή μικροκρυσταλλική μάζα βρίσκονται κρύσταλλοι διαφόρων ορυκτών μικροί ή μεγάλοι, οι οποίοι σχηματίζονται πριν την έκχυση της λάβας και οι οποίοι ονομάζονται φαινοκρύσταλλοι. Ο συνδυασμός της υαλώδους ή μικροκρυσταλλικής μάζας και των φαινοκρυστάλλων χαρακτηρίζεται ως πορφυριτικός ιστός (πχ. ανδεσίτης).

Ταξινόμηση πυριγενών πετρωμάτων:
Οι ουσιαστικότερες ταξινομήσεις των πυριγενών πετρωμάτων βασίζονται στη μεταφορά σε τριγωνικά διαγράμματα ορυκτολογικών κριτηρίων. Το βασικότερο ρόλο στις ταξινομήσεις αυτές έχουν τα ποσοστά του χαλαζία, των αστριοειδών και η ποσοτική αναλογία αλκαλιούχων αστρίων προς πλαγιόκλαστα.
http://www.metal.ntua.gr/uploads/256...sification.pdf

Κυριότερα πυριγενή πετρώματα:

Γρανίτης: Ο γρανίτης είναι πλουτώνιο πέτρωμα με ολοκρυσταλλικό ιστό, λευκοκρατικό, όξινο. Έχει ως ουσιώδη συστατικά αλκαλιούχους αστρίους, χαλαζία και βιοτίτη ή/και μοσχοβίτη ή κεροστίλβη, πιο σπάνια ένα άλλο φεμικό. Επίσης στη σύστασή του συμμετέχει και ένα όξινο πλαγιόκλαστο, σε μικρή όμως αναλογία. Ο χαλαζίας συμμετέχει με περιεκτικότητα >10%, και το άθροισμα χαλαζίας + αλκαλιούχοι άστριοι είναι >40%. Ως επουσιώδη υπάρχουν τιτανίτης, απατίτης, ζιρκόνιο, μαγνητίτης, ιλμενίτης, κ.λ.π. Συνήθως οι γρανίτες χαρακτηρίζονται με προθέματα, ενδεικτικά του είδους του φεμικού το οποίο συμμετέχει στη σύστασή τους. Έτσι έχουμε βιοτιτικούς γρανίτες, κεροστιλβικούς γρανίτες, διμαρμαργιακούς (βιοτίτης + μοσχοβίτης) κ.λ.π. Οι καλιούχοι άστριοι αντιπροσωπεύονται από το ορθόκλαστο και το μικροκλινή. Στην Ελλάδα γρανίτες υπάρχουν άφθονοι στο χώρο της Μακεδονίας και της Θράκης. Επίσης υπάρχουν στο Λαύριο και σε ορισμένα νησιά του Αιγαίου (Μύκονος, Σαμοθράκη, Νάξος).
Ρυόλιθος: Ο ρυόλιθος είναι το αντίστοιχο ηφαιστειακό πέτρωμα του γρανίτη. Έχει πορφυριτικό ιστό και αποτελείται από φαινοκρυστάλλους χαλαζία και σανιδίνου. Από τα φεμικά επικρατεί ο βιοτίτης και σπάνια εμφανίζεται η κεροστίλβη. Ρυολιθική λάβα με νερό 3-10% και με σφαιρική μορφή, λέγεται περλίτης, ενώ με κισσηρώδη υφή, λόγω διαφυγής πολλών αερίων λέγεται κίσσηρη. Τέλος ο οψιδιανός είναι σκούρη μαύρη ύαλος, ρυολιθικής σύστασης με κογχώδη θραυσμό. Στην Ελλάδα ρυόλιθοι υπάρχουν στη Ροδόπη, Αλμωπία, Μήλο, Χίο.
Πηγματίτης - Απλίτης: Είναι δύο φλεβικά, όξινα, ολολευκοκρατικά πετρώματα, τα οποία χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερους ιστούς. Τα βασικά ορυκτά τους είναι ο χαλαζίας, οι καλιούχοι άστριοι (συνήθως μικροκλινής) και οι μαρμαρυγίες. Ο πηγματίτης χαρακτηρίζεται από έντονα αδρόκοκκο ιστό ενώ αντίθετα ο απλίτης χαρακτηρίζεται από λεπτόκοκκο ιστό. Στους πηγματίτες, εκτός από τα τυπικά επουσιώδη ορυκτά των γρανιτών, υπάρχουν και πολλά σπάνια ορυκτά, όπως τουρμαλίνης, λιθιούχοι μαρμαρυγίες, τοπάζιο, φθορίτης, βολφραμίτης, κασσιτερίτης, βήρυλλος και άλλα.
Συηνίτης: Ο συηνίτης είναι, λευκοκρατικός, ολοκρυσταλλικός. Διαφέρει από το γρανίτη, στο ποσοστό του χαλαζία, που στο συηνίτη είναι <10%. Πολύ μικρά ποσοστά χαλαζία, έχουν σαν συνέπεια το σχηματισμό αστριοειδών.
Τραχείτης: Ο τραχείτης είναι ο αντίστοιχος ηφαιστίτης του συηνίτη. Χαρακτηρίζεται από μεγάλους κρυστάλλους σανιδίνου, συνήθως με καλά αναπτυγμένη τη διδυμία Carlsbad. Στην Ελλάδα υπάρχει στην Αλμωπία, Λήμνο και Σαμοθράκη.
Γρανοδιορίτης: Ο γρανοδιορίτης είναι βαθυγενές, ολοκρυσταλλικό, μέσο προς όξινο, με γρανιτοειδή ιστό. Αποτελείται κυρίως από πλαγιόκλαστα, καλιούχους αστρίους, χαλαζία >10%, κεροστίλβη και βιοτίτη. Ως επουσιώδη συμμετέχουν τιτανίτης, απατίτης, ζιρκόνιο, μαγνητίτης, πυρόξενοι κ.λ.π. Είναι ο πιο διαδεδομένος πλουτωνίτης. Υπάρχει στην περιοχή Σερρών-Δράμας, Ξάνθης, Καβάλας, Σιθωνίας, Στρατωνίου κ.α.
Δακίτης: Είναι το αντίστοιχο ηφαιστειακό πέτρωμα του γρανοδιορίτη.
Διορίτης: Ο διορίτης είναι και αυτό βαθυγενές, μεσοκρατικό έως μελανοκρατικό, με γρανιτοειδή ιστό. Τα θεμελιώδη συστατικά του είναι όξινα πλαγιόκλαστα (An<50%), κεροστίλβη και πιο σπάνια βιοτίτης ή αυγίτης. Στην Ελλάδα διορίτες συνήθως βρίσκονται ως μέλη μεγαλύτερων πυριγενών συγκροτημάτων.
Ανδεσίτης: Ο ανδεσίτης είναι το αντίστοιχο ηφαιστειακό πέτρωμα του διορίτη. Οι φαινοκρύσταλλοι είναι πλαγιόκλαστα και ένα ή δύο φεμικά, συνήθως πυρόξενος, λιγότερο κεροστίλβη και πιο σπάνια βιοτίτης. Υπάρχει σε αρκετές θέσεις στον ελληνικό χώρο, στη Θράκη, Μακεδονία, νησιά Αιγαίου. Ένας ιδιαίτερος τύπος ανδεσίτη είναι ο Κροκεάτης λίθος, που υπάρχει στις Κροκεές της Πελοποννήσου.
Γάββρος: Ο γάββρος είναι πλουτωνίτης, ολοκρυσταλλικός, μελανοκρατικός και βασικό από άποψη χημισμού, πέτρωμα. Αποτελείται από βασικά πλαγιόκλαστα (An>50%), πυρόξενο, ολιβίνη ή πιο σπάνια κεροστίλβη. Μικρές ποσότητες χαλαζία μπορούν να συμμετέχουν στη σύστασή του. Επουσιώδη ορυκτά του γάββρου είναι ο βιοτίτης, ο απατίτης, μαγνητίτης και ο χρωμίτης. Μεγάλες εμφανίσεις υπάρχουν στη Χαλκιδική και στο Πανόραμα, ως μέλη των οφειολίθων ενώ μικρότερες στη Ξάνθη, Βροντού και Μαρώνεια ως μέλη πλουτωνικών συμπλεγμάτων.
Βασάλτης: Ο βασάλτης είναι το αντίστοιχο ηφαιστειακό πέτρωμα του γάββρου και είναι το πιο διαδεδομένο έκχυτο πέτρωμα. Είναι ολομελανοκρατικό έως μελανοκρατικό πέτρωμα με ιστό υαλώδη έως ολοκρυσταλλικό, αλλά κυριαρχεί ο πορφυριτικός. Οι φαινοκρύσταλλοι αντιπροσωπεύονται από βασικά πλαγιόκλαστα, αυγίτη, διοψίδιο ή ολιβίνη. Στους βασάλτες ανήκουν και οι δολερίτες που είναι φλεβικά πετρώματα αντίστοιχης σύστασης.
Περιδοτίτες: Οι περιδοτίτες είναι ολομελανοκρατικά πετρώματα που αποτελούνται κυρίως από ολιβίνη και πυρόξενους. Η αλλοίωσή τους μας δίνει τους σερπεντίνες. Οι δουνίτες είναι περιδοτίτες που αποτελούνται σχεδον αποκλειστικά από ολιβίνη.




Παρατηρήσεις:

Όπως θα διαπιστώσατε από τα παραπάνω, τα πετρώματα διακρίνονται σε 3 μεγάλες κατηγορίες: Ιζηματογενή, Μεταμορφωμένα και Μαγματικά / Πυριγενή. Όλα τα πετρώματα αποτελούνται από άθροισμα ορυκτών. Τα ορυκτά δηλαδή είναι οι "δομικές μονάδες" των πετρωμάτων. Όλα τα πετρώματα περιέχουν ασβέστιο (Ca) είτε σε χαμηλή είτε σε υψηλή περιεκτικότητα. Τα πετρώματα χαρακτηρίζονται Ca-ούχα όταν αποτελούνται από ένα ή περισσότερα Ca-ούχα ορυκτά, δηλαδή ορυκτά πλούσια σε Ca.

Μερικά συνηθισμένα, πλούσια σε ασβέστιο ορυκτά, είναι ο ασβεστίτης [CaCO3], ο αραγωνίτης [CaCO3], ο δολομίτης [CaMg(CO3)2], ο ανορθίτης/Ca-ούχο πλαγιόκλαστο [CaAl2Si2O8], ο ακτινόλιθος [Ca2(Mg,Fe)5Si8O22(OH)2], ο ανδραδίτης [Ca3Fe2(SiO4)3] και η κεροστίλβη [(Na,K)Ca2(Mg,Fe,Al)5(SiAl)8O22(OH)2].

Μερικά συνηθισμένα Ca-ούχα πετρώματα, δηλαδή πετρώματα πλούσια σε Ca, είναι ο ασβεστόλιθος (ιζηματογενές), το μάρμαρο (μεταμορφωμένο), ο γάββρος, ο ανδεσίτης και ο βασάλτης (μαγματικά). Ένα συνηθισμένο μη Ca-ούχο πέτρωμα είναι ο γρανίτης και γενικότερα τα γρανιτοειδή πετρώματα. Τα πετρώματα αυτά καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο τμήμα του τριγώνου QAP ταξινόμησης πλουτωνίων πετρωμάτων, και έχουν πολύ μικρή περιεκτικότητα σε Ca. Για την περίπτωση των ηφαιστειακών λαβών ανδεσιτικής ή βασαλτικής σύστασης, αν και πρόκειται για λάβες, είναι πλούσια σε Ca πετρώματα (περιέχουν Ca-ούχο πλαγιόκλαστο=ανορθίτη), κάτι το οποίο παρερμηνεύεται πολύ συχνά. Αντίθετα, οι όξινες λάβες ρυολιθικής σύστασης για παράδειγμα, έχουν πολύ μικρή περιεκτικότητα σε Ca και δεν θεωρούνται Ca-ούχα πετρώματα. Από τα υελώδη ηφαιστειακά πετρώματα (αυτά που αποτελούνται μόνο από ύελο και δεν περιέχουν καθόλου κρυστάλλους ορυκτών) χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η κίσσηρη (κοινώς ελαφρόπετρα) και ο οψιδιανός, τα οποία είναι κατά 100% πυριτικά πετρώματα, αφού η ύελος είναι άμορφο SiO2.

Από την πληθώρα των Ca-ούχων πετρωμάτων (όλων των κατηγοριών) μόνο ελάχιστα μπορεί να αναγνωρίσει ο χομπίστας ενυδρειόφιλος και γενικά οποιοσδήποτε δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις πετρολογίας αλλά και πρόσβαση στα επιστημονικά εργαστήρια. Συγκεκριμένα, μπορούν να αναγνωριστούν μόνο ο ασβεστόλιθος και το μάρμαρο (όταν περιέχει μόνο ασβεστίτη και καθόλου δολομίτη), δηλαδή πετρώματα τα οποία περιέχουν Ca υπό την ορυκτολογική μορφή του ασβεστίτη [CaCO3]. Η αναγνώριση πραγματοποιείται με την κοινή μέθοδο της επίδρασης ψυχρού αραιού υδατικού διαλύματος υδροχλωρικού οξέως (HCL) - το κοινό aquaforte. Ιδανικά, πρέπει να σπάσουμε το πέτρωμα στη μέση περίπου και να στάξουμε στην εσωτερική πλευρά μερικές σταγόνες aquaforte. Αν παρατηρηθεί ισχυρός αναβρασμός σημαίνει ότι το πέτρωμα είναι πλούσιο σε Ca (δηλαδή ασβεστόλιθος ή μη δολομιτικό μάρμαρο). Να σημειωθεί ότι τα δολομιτικά μάρμαρα αναβράζουν ασθενώς ή καθόλου με την επίδραση ψυχρού διαλύματος HCL. Ωστόσο, ξανά-τονίζω ότι, ο μη-αναβρασμός δεν συνεπάγεται ότι το πέτρωμα δεν είναι πλούσιο σε Ca (περιπτώσεις πετρωμάτων που δεν περιέχουν [CaCO3] αλλά έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε Ca).

Τέλος, να εξετάσουμε το ενδεχόμενο όπου κάποια πετρώματα πλούσια σε Ca (ασβεστόλιθος, μάρμαρο, γάββρος, βασάλτης, ανδεσίτης, κ.λ.π., δηλαδή είτε έχουν αναβράσει με το test aquaforte είτε όχι) έχουν τοποθετηθεί σε ενυδρειακό περιβάλλον. Το αν θα απελευθερωθεί Ca από τα πετρώματα αυτά στο νερό, με συνέπεια την αύξηση της gH και του pH πιθανά, είναι ένα τεράστιο και πολύ-παραγοντικό ζήτημα. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις όπου αυξήθηκαν τόσο η gH όσο και το pH και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα, αλλά και περιπτώσεις όπου δεν υπήρξε καμία μεταβολή των παραμέτρων αυτών ακόμα και μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα. Για να πραγματοποιηθεί μεταφορά κατιόντων ασβεστίου από το πέτρωμα στο νερό, θα πρέπει προηγουμένως το πέτρωμα να υποστεί χημική διάβρωση και έκπλυση, με αποτέλεσμα τον εμπλουτισμό του νερού σε κατιόντα Ca++. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι συγκεκριμένες διεργασίες (χημική διάβρωση και έκπλυση του πετρώματος) εξαρτώνται άμεσα τόσο από την ορυκτοχημική σύσταση του πετρώματος όσο και από τις κύριες χημικές παραμέτρους του ενυδρειακού νερού (kH, gH, pH, ORP).